Η Ελλάδα μέσα από την ποίηση του Αργεντινού ποιητή Horacio Castillo

Του Χρήστου Τουμανίδη

Ομιλία στη Θεσσαλονίκη, Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

«Κοινωνικό Κέντρο – Στέκι Μεταναστών» (Ερμού 23 και Βενιζέλου, Θεσσαλονίκη)

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί  φίλοι,

η αποψινή μας εκδήλωση, εδώ στην  Θεσσαλονίκη, αποτελεί ξεχωριστό γεγονός, γιατί τιμούμαι ένα πνευματικό άνθρωπο, ένα Αργεντινό ποιητή,  ο οποίος σε όλη του τη ζωή, δεν έκανε άλλο από το να τιμά την Ελλάδα και να προβάλει τον πολιτισμό της, στη δική του χώρα, ως σαν να ήταν Έλληνας! Το έλεγε άλλωστε και ο ίδιος, στην συνάντησή μας, στην Λα Πλάτα (Νοέμβριος του 2007) : « Αγαπητέ μου Χρήστο, καταλαβαίνεις; Είμαι Έλληνας, ζω, σκέφτομαι και γράφω …σαν Έλληνας».

Προσωπικά νιώθω μεγάλη τιμή και χαρά που συμμετέχω σε αυτή την πολυσήμαντη, Ελληνο-Αργεντίνικη, βραδιά  ποίησης!

Γι’ αυτό και ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, τους διοργανωτές, που μου δίνουν την ευκαιρία να μιλήσω για την ποίηση του  Οράσιο Καστίγιο. Για τον άνθρωπο, τον φίλο, τον ποιητή, που πρέπει να σας ομολογήσω: Μου λείπει πολύ, η υπέροχη εκείνη φυσική παρουσία του!

Ο Horacio Castillio, λοιπόν, αποτελεί μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση πνευματικού δημιουργού, για την Ελλάδα, κυρίως όμως για την ποίηση της. Η μεγάλη προσφορά του, μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται γνωστή, με αφορμή την έκδοση των ποιημάτων του, «ΟΙ ΓΑΤΟΙ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ», και το αφιέρωμα που του ετοίμασα, μαζί με τον φίλο μου τον Χαράλαμπο, στο περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ (τ. 42). Οι  δύο ήδη παρουσιάσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και η αποψινή, εδώ στην Θεσσαλονίκη   αποτελούν μια άλλη,  πολύ καλή ευκαιρία για  να γίνει γνωστός στην Ελλάδα, μετά θάνατον έστω, ο Οράσιο Καστίγιο. Να γίνει ευρύτερα γνωστή  η προσφορά του, αλλά, και η ίδια η ποίηση του.

Εμείς οι Έλληνες,  θα πρέπει να του είμαστε για πάντα ευγνώμονες.  Επειδή , όσο ζούσε, είχε αφιερώσει κυριολεκτικά τη ζωή του  και το μεγαλύτερο μέρος της πνευματικής δραστηριότητάς του, στην προβολή και διάδοση της ελληνικής ποίησης. Στην χώρα του την Αργεντινή,  και συνακόλουθα, σε όλο τον ισπανόφωνο κόσμο. Έχει μεταφράσει μεταξύ άλλων ποιητών: Ρίτσο, Σεφέρη, Ελύτη, Βρεττάκο, Σαχτούρη και τον Θεσσαλονικιό, τον δικό σας  -και δικό μας- Βαρβιτσιώτη.

Η ιδιαιτερότητα του Οράσιο, έγκειται στην εξής «παραδοξότητα»: Ενώ είναι Αργεντινός στην καταγωγή, και στην ψυχοσύνθεση του Λατίνος, η πνευματική του καλλιέργεια και δημιουργική του δράση, φέρνουν την σφραγίδα της Ελλάδας, με ό, τι περικλείει ο όρος «Ελλάδα!».  Αφού, ως και η παραγομένη από εκείνον ποίηση,  στο μεγαλύτερο μέρος της, εκπορεύεται  από -και προορίζεται  προς- την Ελλάδα. Την πνευματική, θα μπορούσαμε να πούμε, πατρίδα του.

Η δική μου συνεισφορά, απόψε, θα εστιαστεί στην  ποιητική δημιουργία του ίδιου του Καστίγιο και μάλιστα,  σε ένα συγκεκριμένο τμήμα της. Σ΄ εκείνο ακριβώς όπου η Ελλάδα έχει, κατά κάποιον τρόπο, την τιμητική της!

Θα πρέπει όμως να πούμε δυο λόγια, τα οποία  χαρακτηρίζουν το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας του.  Η ποίηση του Οράσιο Καστίγιο είναι κατά βάση ανθρωποκεντρική, αλλά,  εκτείνεται  πολύ πέραν του ανθρώπου, γίνεται κατά μία έννοια, συμπαντική. Αφού αφορμές της έμπνευσης του είναι η φύση, τόσο ο μικρόκοσμος,   όσο και ο  μακρόκοσμος, με όλα τα θαύματα τους!

Μέσα σε αυτή την ποίηση, αποτυπώνονται εύγλωττα, η αγωνία και η έγνοια του  ποιητή, για τον πάσχοντα, για τον αδύναμο άνθρωπο, μα και για την μοίρα του ίδιου του πλανήτη Γη. Προσβλέποντας πάντοτε ωστόσο, σε ένα καλύτερο αύριο. Οραματίζεται έναν κόσμο ειρήνης, αγάπης και πανανθρώπινης  φιλίας.

Και μπαίνω στο θέμα μου, που είναι: Η Ελλάδα, μέσα από την ποίηση  του Οράσιο Καστίγιο.  Αυτήν, που αναδύεται σαν άλλη Αφροδίτη, από την ποιητική γραφίδα  του και, μέσα θαρρείς από τα σκοτεινά νερά του Ρίο ντε λα Πλάτα.  Ο κόλπος αυτός, μισός ποτάμι και μισός  θάλασσα,  κατά έναν …παράδοξο τρόπο συνέδεσε δυο χώρες που βρίσκονται κυριολεκτικά, στα δύο άκρα του πλανήτη μας. Την Ελλάδα με την Αργεντινή.

Μέσα σε αυτή την τεράστια «υγρή αγκαλιά», βρίσκονται πλάι-πλάι, τρεις πόλεις:  Η Ενσενάδα ( η γενέτειρα του ποιητή μας), το Μπερίσιο (η πόλη όπου οι Έλληνες της Αργεντινής ίδρυσαν, την πρώτη στη Νότια Αμερική, κοινότητά τους), και, η Λα Πλάτα, η πόλη όπου έζησε το  μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, κι εκεί που άφησε την τελευταία του πνοή (στις 5 Ιουλίου 2010)  ο Οράσιο Καστίγιο.  Στον ίδιο αυτό κόλπο , άλλωστε, είναι χτισμένη και η «μυθική»  πρωτεύουσα της χώρας, το Μπουένος Άιρες, στην οποία έζησε και δημιούργησε, για μια μεγάλη περίοδο της ζωής του, ο ποιητής μας.

Εκεί, ο Καστίγιο  (που γεννήθηκε το 1934), νέος ακόμη, θα συνδεθεί με την παροικία των Ελλήνων, γοητευμένος από την πλούσια ιστορία  και τον πανάρχαιο πολιτισμό της Ελλάδας. Κοντά τους θα γνωρίσει και μερικές πτυχές της σύγχρονης Ελλάδας, θα μάθει πολλά για την νοοτροπία των Ελλήνων, τα ήθη τα έθιμα τους. Θα ακούσει τα τραγούδια μας, που έκτοτε θα συνοδεύουν την καθημερινότητά του. Μεγάλη αγάπη έτρεφε για την μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, τα ρεμπέτικα, αλλά,  και για το δημοτικό μας τραγούδι

Πρέπει να πούμε, ασφαλώς πως,  τις πρώτες πληροφορίες και γνώσεις του για την Ελλάδα, τις είχε αποκτήσει ήδη, κατά την διάρκεια των σχολικών και πανεπιστημιακών του χρόνων και μέσα από τα ποικίλα διαβάσματά του.

«Σαν έτοιμος από καιρό» λοιπόν,  ο Οράσιο Καστίγιο θα «συναντηθεί»  με την Ελλάδα και την ποίηση της. Από εκεί κι έπειτα,  τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους.

Η Ελλάδα θα γίνει για κείνον, συνώνυμο του χρέους.

«Έτσι έφτασα σε μια γη όπου το πρώτο που είδα,

ήταν ένας άντρας που είχε κάνει μια τρύπα σε έναν τάφο

και ρίχνοντας δροσερό νερό επαναλάμβανε: Πιες γιε μου.»

λέει στο ποίημα του «Ομφαλός».

Ο θάνατος, το επέκεινα, και η στάση  των Ελλήνων, απέναντί στο γεγονός του θανάτου,  υπήρξε για εκείνον  εμπειρία αποκαλυπτική. Είδε  γυναίκες να τραγουδούν μπροστά σ’ ένα  απολιθωμένο δέντρο, πλάι στους τάφους,  και είδε τους άντρες να χορεύουν σε κύκλο, πάνω από τους πεθαμένους τους. Να χορεύουν τον χορό της ζωής,  και τον χορό του θανάτου, τραγουδώντας: «Αυτή είναι η γη που θα μας φάει…».

Να χορεύουν στο φως, για το σκοτάδι!

Το σκοτάδι, που κλείνει μέσα του, το λαμπερότερο φως. Την μνήμη. Και μαζί με αυτήν, την Αθανασία.

«Έφτασα δίπλα στο δέντρο και χόρεψα μ’ εκείνους τους άντρες…», συνεχίζει, και κλείνει το ποίημα του:

«…Πάρε μια πέτρα και σήμανε το κέντρο του κόσμου.

Πήρα μια πέτρα και την έβαλα δίπλα στο δέντρο,

και η πέτρα γέμισε φύλλα, το δέντρο του ήλιου».

Εικόνες γεμάτες μαγεία και μεγαλοπρέπεια! Μια ποίηση θα μπορούσαμε να την πούμε, «ελληνική». Ο Οράσιο Καστίγιο, βυθίζεται ψυχή τε και σώματι, μέσα στους μύθους και μέσα στην Ιστορία της Ελλάδας. Από την αρχαιότητα έως την σύγχρονη εποχή.  Σαν ένας ιδιότυπος «αρχαιολόγος της συγκίνησης». Σαν αληθινός ερευνητής του  μέλλοντος, μέσα στο παρελθόν μας.

Αυτή την καταβύθιση στο χρόνο και το χώρο, γνωρίζουμε βεβαίως πως, μόνον ένας αληθινός ποιητής μπορεί να την φέρει εις πέρας!   Και ο Οράσιο, αυτό ακριβώς επιτυγχάνει, με τρόπο μοναδικό.

«Πως τρέμει το κλαδί της δάφνης, πως τρέμει όλο το σπίτι»,

Μας  λέει, στον πρώτο στίχο του ποιήματος, «Οι γάτοι της Ακρόπολης».

Και αυτόματα αντηχούν, στ’ αυτιά μας, τα λόγια του δημοτικού τραγουδιού:

«Ως τρέμει το καρυόφυλλο να τρέμει το γιοφύρι…».

Κάτι που σημαίνει ότι, ο Καστίγιο,  θα είχε ήδη μελετήσει την παραλογή  «Του Γιοφυριού της Άρτας». Έτσι μελετούσε πάντοτε, για να βρει τα θέματά του, μελετούσε  την μυθολογία, την ιστορία και την Γραμματολογία μας. Γνώριζε καλά και σε βάθος τα πράγματα. Συχνά μάλιστα, προχωρούσε με τόλμη, πέρα και από τα σημαινόμενα. Όπως στα ποιήματα: «Ο Αγχίσης στους ώμους» και ο «Ύμνος», που αποτελεί μια ιδιότυπη εκδοχή του «΄Υμνου εις την Ελευθερία», του Διονυσίου Σολωμού,  από τον οποίο δανείζεται τον υψηλό τόνο και τον λυρισμό του.

« Σε γνωρίζω από την κόψη του φωτός την τρομερή, λέει

…από το ΟΧΙ που γέμισε με δάφνες την Πίνδο…

…από την οδό Λέπσιους 10 της Αλεξάνδρειας, οπού έζησε ο Καβάφης….

…από την ταβέρνα του Κώστα, όπου  υπήρξα ευτυχής,

…από τις Σουλιώτισσες, που ρίχτηκαν η μια μετά την άλλη στον γκρεμό…».

Δεν έμεινε μόνο στον Σολωμό, στην προκειμένη περίπτωση, ο Εθνικός μας Ποιητής, υπήρξε η βάση, το ερέθισμα να προχωρήσει σε άλλες περιοχές. Δικές του και δικές μας. Έψαξε, βίωσε  πτυχές του ελληνισμού και, στο τέλος, «μίλησε».

Μια διαδικασία που την ακλουθεί κάθε φορά, σε όλη την δημιουργική του πορεία.

Εδώ, θα ήταν χρήσιμο να σας παραθέσω μερικούς από τους τίτλους των ποιημάτων του Καστίγιο, που δηλώνουν άμεσα την παρουσία της Ελλάδας, ως έμπνευση και ως περιεχόμενο τους, ακούστε:

«Μυκήνες» , «Για να απαγγελθεί στη βάρκα του Χάροντα», «Λέει η Ευρυδίκη», «Ομφαλός»«Βυζαντινό ημερολόγιο», «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης», «Ύμνος» (με σαφείς αναφορές, όπως είπαμε, στον «Εθνικό μας Ύμνο»), «Επίγραμμα» και τέλος, «Οι γάτοι της Ακρόπολης» (που είναι  τίτλος ολόκληρης συλλογής του, αλλά και ο τίτλος του βιβλίου, για το οποίο γίνεται λόγος απόψε, εδώ).

Πρέπει  να υπογραμμίσουμε πως, η Ελλάδα του Οράσιο Καστίγιο, δεν είναι εκείνη του ρομαντικού φιλέλληνα, ούτε ασφαλώς αυτή του ανέμελου ταξιδευτή, του περιπατητή, του …τουρίστα.

«Όλοι κουβαλούμε, σαν τον Αινεία, τον πατέρα μας στους ώμους», λέει στο ποίημα του, «Ο Αγχίσης τους ώμους».

Οι συνειρμοί που γίνονται στο μυαλό μας, καθώς ακολουθούμε  την πορεία και την ολοκλήρωση του εμβληματικού αυτού  ποιήματος, μας  κάνουν να ταυτιστούμε με το περιεχόμενο του.  Έχουμε την αίσθηση πως,  ο ποιητής, ως «άλλος Αινείας», κουβαλάει στους ώμους του -όχι μόνο τον δικό του, αλλά-  και τον δικό μας πατέρα. Πως, κουβαλάει την ίδια την Ελλάδα. Την ιστορία και τον πολιτισμό της.

Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε: Η Ελλάδα του Οράσιο, δεν είναι ασφαλώς, η Ελλάδα του μετανάστη, που ζει με το σαράκι  του γυρισμού. Το «νόστιμον ήμαρ», η «επιστροφή», για εκείνον,  είναι η ίδια η σχέση του, με την Ελλάδα και με ό, τι  μπορεί να σημαίνει ΕΛΛΑΔΑ. Όχι «Ελληνικό».

Είπαμε, η Ελλάδα για εκείνον, υπήρξε η άλλη πατρίδα. Αυτή που πλάθουνε οι ποιητές και οι στοχαστές μονάχα, με βάση την γλώσσα και τα οράματά τους. Προ παντός η γλώσσα, «τα όρια» της οποίας, όπως λέει ο Βιτγκενστάιν, «σημαίνουνε  τα όρια του κόσμου μας».

Κάπως έτσι, με μια πρώτη «ματιά», μπορεί ν’ ανιχνευθεί και να οριστεί η Ελλάδα, μέσα στην ποίηση του  Καστίγιο. Πιο πολλά θα έχουμε την ευκαιρία, οπωσδήποτε,  να πούμε και μιαν άλλη φορά.  Σε μιαν άλλη πόλη, σε μιαν άλλη… Θεσσαλονίκη της ποίησης!

Ολοκληρώνοντας:

Βλέπετε, αγαπητοί φίλοι,  που μπορεί να μας οδηγήσει η απόπειρα προσέγγισης μιας πτυχής του έργου, ενός ξεχωριστού δημιουργού;  Από τι ατραπούς μας «υποχρεώνει» κάποτε να διαβούμε, η ποίηση, για να φτάσουμε στον προορισμό μας; Που δεν άλλος, παρά η  ίδια η ποίηση!  Η ποίηση, εν προκειμένω, του Οράσιο Καστίγιο.

Αξίζει να την γνωρίσουμε αυτή την ποίηση. Έχουμε λόγους πολλούς. ΟΙ ΓΑΤΟΙ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, είναι η μεγάλη ευκαιρία. Είναι μια ποιητική ευλογία, για τον καθένα μας. Ας την δεχτούμε, έτσι όπως της αξίζει. Έτσι όπως αξίζει στον μεγάλο Αργεντινό  φίλο μας, τον Οράσιο Καστίγιο.

Και θα κλείσω με μερικούς ακόμα στίχους του:

«Είμαι ο Ευστάθιος, ποιητής μιας επαρχιακής πόλης:

Γεννήθηκα, έζησα και πέθανα όπως όλοι οι άνθρωποι».

(από το ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ)     Και:

«Επιστρέφω στον τόπο απ’ όπου ποτέ δεν έφυγα. Από τόσο μακριά». (από το ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, αριθ. 17)

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

Advertisements

Ένα Σχόλιο

  1. Πραγματικά ενδιαφέρουσα η γνωριμία με τον Αργεντινο ποιητή και δεν μου φαίνεται καθόλου παράδοξο πως νοιωθει Έλληνας μιας και Αργεντινή-Ελλάδα έχουν πολλά κοινά και ιδιαίτερα στην νεώτερη ιστορία (και φοβούμαι πως και εμείς αυτή την στιγμή ξαναγράφουμε την δική τους). Πολύ δυνατοί στίχοι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: