Στο Περίπτερο 48, δουλεύοντας χωρίς αφεντικό, χωρίς ντροπή, αλλά ούτε και αυταπάτες…

Με αφορμή κυρίως την επώνυμη κριτική που δεχτήκαμε, ως κολεκτίβα εργασίας, «Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων – Αυτοδιαχειριζόμενη Kοινότητα του Βιβλίου» θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ορισμένα πράγματα για να τεθούν κάποια ζητήματα στη σωστή τους βάση και διαστάσεις, ώστε εφεξής να κρινόμαστε αναλόγως.

Πράγματι όπως επισημαίνεται και στο κείμενο του «Βιβλιοφρικάριου», και όπως λέμε στο κείμενο αυτοπαρουσίασής μας, οι Εκδόσεις των Συναδέλφων είμαστε ένα «εγχείρημα, [που] παρά τις προφανείς πολιτικές διαστάσεις του, δεν είναι αμιγώς πολιτικό. Δεν αποτελούμε μια ιδεολογικά συγκροτημένη μονολιθική συλλογικότητα που επιθυμεί να “επιβάλει” μια συγκεκριμένη συνολική άποψη περί του κοινωνικώς πρακτέου, αλλά μια εργασιακή κοινότητα που επιχειρεί εμπράκτως (όπως και άλλες) να μη συνθλιβεί ανάμεσα στις συμπληγάδες της ιδιωτικής οικονομίας και του κρατισμού.»
Ως εκ τούτου οι Εκδόσεις των Συναδέλφων δεν θα πρέπει να θεωρούνται ούτε πολιτική συλλογικότητα ή οργάνωση ούτε συνδικαλιστικός φορέας. Συνεπώς οι δραστηριότητές τους δεν μπορούν να κρίνονται με γνώμονα το τι θα έκανε μια πολιτική συλλογικότητα/οργάνωση ή ένας συνδικαλιστικός φορέας.

Είναι προφανές ότι στις Εκδόσεις των Συναδέλφων συμμετέχουν εργαζόμενοι με αρκετά διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Αυτό σημαίνει καταρχάς ότι, σε συνδυασμό και με το γεγονός πως δεν αποτελούμε πολιτική συλλογικότητα, τα όποια πολιτικά όρια των δραστηριοτήτων μας είναι αρκετά πλατιά και όχι στενά. Από εκεί και πέρα, οι δραστηριότητες της κολεκτίβας, αποφασίζονται με τρόπο αμεσοδημοκρατικό και καταρχήν συναινετικό, χωρίς όμως δικαίωμα βέτο, και αποτελούν άλλοτε την κοινή συνισταμένη ή τον μέσο όρο, άλλοτε το μίνιμουμ πλαίσιο συμφωνίας και άλλοτε, όταν υπάρχουν ισχυρές διαφορετικές απόψεις και είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση, το συσχετισμό και την άποψη της πλειοψηφίας τη συγκεκριμένη στιγμή και για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει οι επιλογές των Εκδόσεων των Συναδέλφων να χρησιμοποιούνται εκ του πονηρού για να πληγούν ατομικά συνάδελφοι των ΕτΣ που ανήκουν στον α ή β πολιτικό χώρο ή συνδικαλιστικό φορέα. 

Σε ό,τι αφορά λοιπόν τη διημερίδα με θέμα «Το ελληνικό βιβλίο στην κρίση», ανεξαρτήτως από τις όποιες απόψεις εκφράστηκαν στο εσωτερικό μας, μέσα από τις αμεσοδημοκρατικές μας διαδικασίες, αποφασίσαμε και προχωρήσαμε συλλογικά σε αυτή τη δραστηριότητα, αναλάβαμε την ευθύνη γι’ αυτήν και κρινόμαστε.

Επιπλέον, ως συλλογικό εγχείρημα, αφουγκραζόμαστε την κριτική, ιδιαίτερα αν είναι συλλογική, επώνυμη και συναδελφική (αλλά ακόμα και αν είναι ατομική, ανώνυμη και εμπαθής και αγγίζει τα όρια της λασπολογίας – π.χ. με τη χρησιμοποίηση ονομάτων που δεν ελέγχθηκαν αν πράγματι ήταν ομιλητές στη διημερίδα, όπως κάποιοι νόμιζαν, και με την άδικη και αστήριχτη στοχοποίηση συγκεκριμένων μελών μας.)

Να διευκρινίσουμε καταρχάς ότι είναι προφανές πως η συγκεκριμένη εκδήλωση θα μπορούσε να είχε γίνει με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές επιλογές προσκεκλημένων. Ουδέποτε υποστηρίξαμε ότι ο τρόπος που την οργανώσαμε ήταν ο μοναδικός ή ο καλύτερος.

Δεν θεωρήσαμε, όμως, ότι αρμόδιοι για να οργανώσουν μια τέτοια συζήτηση για το βιβλίο σήμερα είναι μόνο κάποιοι άλλοι, ούτε ότι εμείς, ως εργαζόμενοι /-ες αλλά ταυτόχρονα και ως εκδοτικό εγχείρημα, δεν θα μπορούσαμε να το πράξουμε, και μάλιστα με τους δικούς μας όρους.

Να διευκρινίσουμε επίσης ότι εμείς δεν θεωρούμε πως οι μόνοι αρμόδιοι για να μιλήσουν σχετικά με τις εξελίξεις στο χώρο του βιβλίου είναι οι εργαζόμενοι του χώρου (βιβλιοϋπάλληλοι, μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, συγγραφείς). Γνώμη για το βιβλίο έχουν και άλλοι άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί με το αντικείμενο (πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, βιβλιοκριτικοί κ.λπ.) Γνώμη που επίσης αξίζει να ακουστεί έχουν και οι μικροί εκδότες και βιβλιοπώλες. Ας υπενθυμίσουμε πως ο συνδικαλιστικός φορέας των εργαζόμενων του κλάδου (ΣΥΒΧΑ) το 2009 είχε οργανώσει διάλεξη για το πολιτικό βιβλίο στη Δικτατορία και τη Μεταπολίτευση με ομιλητή συγγραφέα ο οποίος είναι ταυτόχρονα και μικρός εκδότης, ενώ χρόνια πριν είχε οργανώσει εκδήλωση για τις εξελίξεις στο χώρο του βιβλίου και το ρόλο του βιβλιοϋπάλληλου με ομιλήτρια δημοσιογράφο. Μπορεί κάποιοι να πιστεύουν πως για το βιβλίο δικαιούνται να μιλάνε μόνο οι εργαζόμενοι του κλάδου. Εμείς δεν το πιστεύουμε.

Ένα σημείο στο οποίο εμείς οι ίδιοι /-ες κάνουμε την αυτοκριτική μας είναι γιατί αρχικά, μέσα από το κείμενο-κάλεσμα για τη διημερίδα, δώσαμε την εντύπωση ότι σκοπός μας ήταν να συνδιαμορφώσουμε με τους προσκεκλημένους ομιλητές τις προοπτικές για την επιβίωση του βιβλίου. Επιδίωξή μας ήταν να ακούσουμε τις απόψεις όλων, ενώ το ότι συζητάμε με κάποιους ανθρώπους δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι σκοπεύουμε να συνδιαμορφώσουμε και κάτι μαζί τους, αφού με κάποιους μπορεί να έχουμε εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα.

Σε ό,τι αφορά την κριτική πως η εκδήλωση αυτή είχε ως επίκεντρο το βιβλίο, δηλαδή το εμπόρευμα και όχι τους ανθρώπους που εργάζονται για την παραγωγή, διανομή, κυκλοφορία και πώλησή του, ακόμα κι αν δεχόμασταν κάτι τέτοιο, επαναλαμβάνουμε ότι δεν είμαστε μια πολιτική συλλογικότητα ή συνδικαλιστικός φορέας ώστε η κάθε δραστηριότητά μας να πρέπει να εντάσσεται υποχρεωτικά σε αυστηρά πλαίσια πολιτικής ή συνδικαλιστικής πρακτικής. Είμαστε εργαζόμενοι/-ες στο χώρο του βιβλίου επειδή το έχουμε επιλέξει, είμαστε εκδοτικό εγχείρημα και, συνεπώς, μας ενδιαφέρει το βιβλίο και ως τέτοιο. Και οι εργαζόμενοι στο χώρο του βιβλίου ενδιαφέρονται για το βιβλίο ως τέτοιο. Δεν ενδιαφέρονται μόνο για τις εργασιακές συνθήκες του κλάδου. Όπως οι εκπαιδευτικοί ενδιαφέρονται για την εκπαίδευση ως τέτοια, οι γιατροί και οι νοσηλευτές για την υγεία ως τέτοια, οι εργαζόμενοι στα ΜΜΜ για το κοινωνικό αγαθό της μετακίνησης ως τέτοιο, οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ για το αγαθό της ενημέρωσης ως τέτοιο κοκ. Θέλουμε να πιστεύουμε πως όλες αυτές οι κατηγορίες των εργαζομένων ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο της εργασίας τους και για την κοινωνική σημασία αυτής πέρα από τα εργασιακά ζητήματα, τα οποία είναι ούτως ή άλλως πολύ σημαντικά.

Πράγματι το βιβλίο είναι εμπόρευμα, αλλά, ναι, πιστεύουμε ότι δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα – άλλωστε, πέραν όλων των άλλων, το λέμε και στο σημείωμα αυτοπαρουσίασής μας ότι αποτελεί κοινωνικό αγαθό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ναζί είχαν επιλέξει να κάψουν τον συγκεκριμένο τύπο εμπορεύματος… Μια κοινωνία όπου το βιβλίο «πεθαίνει» είναι μια κοινωνία που πισωγυρίζει ή/και ρέπει προς τον φασισμό και τη βαρβαρότητα. Και άρα, ναι, μας ενδιαφέρει αν το βιβλίο «πεθαίνει» στην Ελλάδα του σήμερα. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι όλα τα βιβλία είναι καλά ή σημαντικά (και αυτό το έχουμε αναφέρει, και γι’ αυτό σαφώς οι εκδοτικές μας επιλογές έχουν και πολιτικές προεκτάσεις), ούτε, σε καμιά περίπτωση, ότι αποτελεί δικαιολογία για τον εργασιακό μεσαίωνα στο χώρο του βιβλίου.

Σε ό,τι αφορά την κριτική για τους καλεσμένους, διευκρινίζουμε πως για εμάς το ότι προσκλήθηκαν κάποιοι άνθρωποι να συνομιλήσουμε μαζί τους δεν σημαίνει ούτε ταύτιση απόψεων ούτε ένταξή τους στο εγχείρημά μας. Ούτε επίσης είμαστε της άποψης ότι θα πρέπει να ζητάμε πιστοποιητικά φρονημάτων και «επαναστατόσημα» από κάθε άνθρωπο με τον οποίο συνομιλούμε ως εκδοτικό εγχείρημα. Όχι, όσο κι αν έχουμε διαφορετικές πολιτικές απόψεις μεταξύ μας, δεν είμαστε της λογικής ότι ως αυτοδιαχειριζόμενο εκδοτικό εγχείρημα δεν συνομιλούμε με κανέναν που δεν είναι σαν κι εμάς. «Αυτιστικοί» ούτε είμαστε ούτε θα γίνουμε. Πολιτικά όρια σαφώς υπάρχουν, βέβαια, και κρινόμαστε γι’ αυτά.

Σχετικά δε με την ιδιότητα κάποιων προσκεκλημένων, δηλαδή συγκεκριμένων μικροεκδοτών ή μικροβιβλιοπωλών, από τη στιγμή που αποφασίσαμε να διοργανώσουμε μια τέτοια εκδήλωση πράγματι θεωρήσαμε ότι δεν θα μπορούσαν, και θα ήταν ίσως υποκριτικό, να απουσιάζουν τελείως από μια τέτοια συζήτηση για το βιβλίο στις σημερινές συνθήκες κρίσης μικροεκδότες και μικροβιβλιοπώλες, παρόλο που έχουμε προφανώς διαφορετική άποψη για το πώς θα πρέπει να οργανωθεί τόσο η έκδοση όσο και η πώληση-διακίνηση των βιβλίων. Και προφανώς, η επιλογή της συμμετοχής τους, πέρα από περιορισμένη (στην εκδήλωση σαφώς συμμετείχαν πολλοί περισσότεροι εργαζόμενοι, και δεν εννοούμε μόνο τους εκπροσώπους των δύο σωματείων ΣΥΒΧΑ και ΣΜΕΔ, ιδιαίτερα δε αν συμπεριλάβουμε και τους συγγραφείς), έγινε και με κάποια μίνιμουμ πολιτικά κριτήρια (στο πλαίσιο των μίνιμουμ πολιτικών ορίων που έτσι κι αλλιώς έχουμε ως εγχείρημα). Όπως επίσης δεν σημαίνει, σε καμιά περίπτωση, ότι, επειδή προσκλήθηκαν σε μια εκδήλωση, θα διστάσουμε να βρεθούμε απέναντι σε όσους από αυτούς απασχολούν εργαζόμενους, και, φυσικά, στο πλευρό συναδέλφων σε μια ενδεχόμενη αντιπαράθεση εργαζομένων – εργοδοτών.

Αναρωτιόμαστε, επίσης, γιατί τόση κριτική στη δική μας εκδήλωση και όχι σε αντίστοιχη που στήθηκε από τον Σύλλογο Εκδοτών τον Μάρτιο, στην οποία βέβαια δεν είδαμε να γίνεται καμιά αναφορά, κανένα σχόλιο, καμιά κριτική, πόσο μάλλον διαμαρτυρία…

Διεκδικώντας δουλειά αλλά και χώρους…

Αν για μια εκδήλωση μπορεί να κατανοήσουμε τις διαφορετικές απόψεις ως προς το περιεχόμενο ή τους προσκεκλημένους της, εκεί που πραγματικά εκπλαγήκαμε είναι για την κριτική που μας έγινε επειδή συμμετείχαμε στην έκθεση βιβλίου. Εμείς δουλέψαμε ως εργαζόμενοι /-ες στην έκθεση και δεν ντρεπόμαστε καθόλου γι’ αυτό. Δεν θα απολογηθούμε επειδή έχουμε ανάγκη να δουλέψουμε. Ούτε θα απολογηθούμε για την εκμετάλλευση στα άλλα περίπτερα. Και σαφώς «ενημερώσαμε τον κόσμο για το κολεκτιβίστικο μοντέλο» και παράλληλα εκθέσαμε στο ευρύ κοινό τα βιβλία μας τα οποία έχουν το περιεχόμενο που έχουν. Άλλωστε, θεωρούμε ότι ως αυτοδιαχειριζόμενο εκδοτικό εγχείρημα δεν είναι σωστό ούτε εμπορικά αλλά ούτε και πολιτικά (τόσο ως προς το πρόταγμα της αυτοδιαχείρισης όσο και ως προς το πολιτικό περιεχόμενο κάποιων βιβλίων μας) να χαρίζουμε χώρο τον οποίο μπορούμε να διεκδικήσουμε. Αντίθετα, κάθε σπιθαμή εδάφους που κερδίζουν οι κολεκτίβες εργασίας (ιδιαίτερα με τα χαρακτηριστικά που πάμε να τους δώσουμε) απέναντι στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις θεωρούμε ότι είναι κέρδος για τα κινήματα.

Εξάλλου, μια λογική που δεν μας θέλει στην έκθεση βιβλίου είναι μια λογική που δεν θέλει τα βιβλία μας στα βιβλιοπωλεία και τις αποθήκες χονδρικής πώλησης επειδή απασχολούν εργαζόμενους, είναι μια λογική που δεν θέλει να έχουμε στο βιβλιοπωλείο μας βιβλία άλλων εκδοτικών οίκων, δηλαδή στην ουσία δεν θέλει να έχουμε βιβλιοπωλείο, είναι εντέλει μια λογική που θέλει να μην επιβιώσουμε οικονομικά ως αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα – ενδεχομένως για να έρθουν μετά κάποιοι να επιβεβαιώσουν την πολιτική τους θεωρία εναντίωσης σε τέτοια εγχειρήματα εργατικής αυτοδιαχείρισης… Λυπούμαστε, αλλά δεν θα τους κάνουμε τη χάρη. Θα συνεχίσουμε να συμμετέχουμε σε εκθέσεις βιβλίου, να διακινούμε τα βιβλία μας σε βιβλιοπωλεία και να πουλάμε και βιβλία άλλων εκδοτικών οίκων, χωρίς να σταματήσουμε παράλληλα να στηρίζουμε και να συμμετέχουμε στις κινητοποιήσεις των συναδέλφων εργαζομένων ακόμα και έξω από τα ίδια βιβλιοπωλεία και εκδοτικούς οίκους με τα οποία συνεργαζόμαστε εμπορικά ή και τις εκθέσεις – αψηφώντας τις όποιες επιπτώσεις μπορεί τελικά αυτό να έχει στη συνδιαλλαγή μας με αυτές τις επιχειρήσεις.

Στο σημείο αυτό, θα θέλαμε επίσης να σημειώσουμε ότι, απ’ όσο θυμόμαστε, οι κινητοποιήσεις που κατά καιρούς έχουν γίνει από τον ΣΥΒΧΑ σε εκθέσεις βιβλίου αφορούσαν την προβολή των εργατικών δικαιωμάτων ή την καταγγελία απολύσεων και όχι γενικά μια εναντίωση στις εκθέσεις βιβλίου και στον εμπορευματικό τους χαρακτήρα. Πολύ θα χαιρόμασταν αν είχε διοργανωθεί κάποια διαμαρτυρία υπέρ των εργαζομένων στην έκθεση βιβλίου και σίγουρα θα είχαμε συμμετάσχει σε αυτήν ενάντια στα αφεντικά.

Να τονίσουμε ότι παράλληλα αναζητούμε διαρκώς εναλλακτικούς τρόπους διακίνησης των βιβλίων μας, συχνά με την πολύτιμη στήριξη των διαφόρων κινηματικών χώρων.

Ολοκληρώνοντας με το ζήτημα της κριτικής για συγκεκριμένες δραστηριότητές μας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι, εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ένα συλλογικό αυτοδιαχειριζόμενο εγχείρημα κάνει, κατά την άποψη κάποιων, κάποιο πολιτικό λάθος, αυτό δεν αναιρεί τη συνολική προσφορά του, πόσο μάλλον τη σημασία γενικά τέτοιων εγχειρημάτων.

Συνέταιροι, αυτοαπασχολούμενοι ή εργαζόμενοι σε κολεκτίβα;

Σε ό,τι αφορά τώρα το γενικότερο ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, που φοβόμαστε ότι αυτός είναι ο απώτερος στόχος της κριτικής την οποία δεχόμαστε, θα επανέλθουμε. Εν συντομία να πούμε μόνο ότι, ΝΑΙ, δεν γουστάρουμε να δουλεύουμε για αφεντικά και, ΝΑΙ, δεν περιμέναμε, καθόσον οι περισσότεροι άνεργοι /-ες, να εξαθλιωθούμε εντελώς πριν δοκιμάσουμε εμείς οι ίδιοι /-ες πώς θα επιβιώσουμε. Αλλά το εγχείρημά μας, όπως και πολλά άλλα, δεν σταματά εκεί.

Δεν είμαστε απλά συνέταιροι που άνοιξαν μια επιχείρηση. Εμείς ποτέ δεν πρόκειται να προσλάβουμε υπαλλήλους και να αφαιρέσουμε υπεραξία από αυτούς.

Δεν είμαστε μέτοχοι επιχείρησης, δεν παίρνουμε μέρισμα, δεν επιζητούμε κέρδος, πέραν μιας στοιχειώδους αξιοπρεπούς αμοιβής της εργασίας μας (που ομολογουμένως ακόμη δεν έχουμε πετύχει).  Κανείς από εμάς δεν έχει κάποια ιδιοκτησία ούτε επί του εμπορεύματος ούτε επί των παγίων. Κανείς δεν μπορεί να πάρει σπίτι του ούτε μία σελίδα από κάποιο βιβλίο ούτε μισό ράφι από κάποια βιβλιοθήκη ούτε έναν συνδετήρα από το συρτάρι του γραφείου. Και αν κάποιος αποχωρήσει από την κολεκτίβα το μόνο που παίρνει είναι την αρχική συνεταιριστική του μερίδα και τίποτε άλλο.

Σίγουρα λαμβάνουμε υπόψη τα οικονομικά ζητήματα (θα ήταν υποκριτικό να υποστηρίξουμε το αντίθετο), αλλά δεν καθορίζουμε τις εκδοτικές μας επιλογές, ούτε τις τιμές μας, με γνώμονα μόνο το κέρδος. Τέλος, το όποιο πλεόνασμα δεν μοιράζεται ως μέρισμα στα μέλη του συνεταιρισμού, αλλά, πέραν ενός αποθεματικού ασφαλείας, προσφέρεται σε συλλογικότητες του κοινωνικού κινήματος. Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, παρότι δεν έχουν καταφέρει ακόμη να προσφέρουν μια αξιοπρεπή αμοιβή στα μέλη τους, προσφέρουν ήδη από το υστέρημά τους, ενισχύοντας κοινωνικά και πολιτικά εγχειρήματα.

Χωρίς αυταπάτες…

Δεν υποστηρίξαμε ποτέ ότι είμαστε «σοσιαλιστική νησίδα».[i] Ως Εκδόσεις των Συναδέλφων επιχειρούμε να δοκιμάσουμε στην πράξη τα κοινά πιστεύω μας, ψηλαφώντας το δρόμο μας, μέσα από τις αντιφάσεις μας, στις πολύ δύσκολες σημερινές συνθήκες και χωρίς πρότερη ελληνική εμπειρία περί αυτοδιαχείρισης (τουλάχιστον ικανής να στηριχτούμε πάνω της και να θεωρήσουμε κάποια πράγματα ως δεδομένα… Προχωράμε ψάχνοντας).

Όπως γράφαμε και στην προκήρυξή μας για την πρόσφατη κλαδική απεργία στο χώρο του βιβλίου, «η πρότασή μας (αυτή της αυτοδιαχείρισης της παραγωγής από τους ίδιους τους εργαζόμενους) δεν είναι η μόνη, δεν αποτελεί πανάκεια». Δεν έχουμε αυταπάτες ότι αυτό που κάνουμε, εμείς και άλλες κολεκτίβες εργασίας, θα ανατρέψει από μόνο του το υπάρχον εκμεταλλευτικό σύστημα, αλλά θεωρούμε ότι έστω και ως ζωντανό παράδειγμα βάζουμε το λιθαράκι μας γι’ αυτό. Οι κολεκτίβες εργασίας δεν αποτελούν μόνο μια αμυντική κίνηση απέναντι στην εκμετάλλευση και τα αφεντικά, ένα μέσο επιβίωσης απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και βαρβαρότητα, αλλά και ένα πείραμα, ένα πρώτο βήμα προς μια κατεύθυνση από το οποίο το εργατικό κίνημα, και τα ευρύτερα κοινωνικά κινήματα, μπορούν να αντλήσουν πλούσια εμπειρία και διδάγματα για την κοινωνία που ευελπιστούν να οικοδομήσουν. [ii]

Από την άλλη πλευρά όμως, δεν θα απολογηθούμε επειδή δεν ξεκινήσαμε το εγχείρημά μας απαλλοτριώνοντας τα μέσα παραγωγής κάποιου εργοδότη. Ελπίζουμε το εργατικό κίνημα να προχωρήσει άμεσα προς μια κατεύθυνση για κατάληψη και απαλλοτρίωση χώρων εργασίας (ιδίως αυτών που κλείνουν ή εγκαταλείπονται από τα αφεντικά).

Δεν θα απολογηθούμε επειδή πουλάμε τα βιβλία που παράγουμε και δεν τα χαρίζουμε. Τέλος, δεν θα απολογηθούμε επειδή χρησιμοποιούμε ακόμη χρήματα (και μάλιστα το ευρώ!).

Υποσχόμαστε πάντως να διερευνήσουμε τις δυνατότητες μαζί με όλο το κοινωνικό κίνημα να την παλέψουμε, εν μέρει, κι αλλιώς…

Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων


[i] Για την προβληματική περί «νησίδων» δείτε και το κείμενο «Δημιουργικές αντιστάσεις: νησίδες ή ορμητήρια ελευθερίας», το οποίο συμπεριλαμβάνεται και ως παράρτημα στο βιβλίο του Ορέστη Βαρκαρόλη Δημιουργικές αντιστάσεις και αντεξουσία, Εκδ. Το Παγκάκι, σελ. 151.

[ii] Περισσότερα για τις κολεκτίβες εργασίες δείτε και πάλι στο βιβλίο του Ορέστη Βαρκαρόλη ό.π. και ιδιαίτερα στο κεφάλαιο «Κοινωνική αυτοδιαχείριση και όχι επιχείρηση», υποκεφάλαια «Άλλο συν-εργαζόμενοι, άλλο συνέταιροι», σελ. 115, και «Σταγόνες στον ωκεανό της μεγάλης ιδιοκτησίας», σελ. 117.

Advertisements

4 Σχόλια

  1. Δεν θα μπω στην ουσία (ή στις λεπτομέρειες, θάλεγε κανείς) αυτής της αντιπαράθεσης με τον «Βιβλιοφρικάριο» ή τυχόν με άλλους που σας άσκησαν κριτική,
    διότι ούτε τα γνωρίζω τα ζητήματα, ούτε θεωρώ ότι είναι καιρός τώρα να «βάλουμε τα χέρια μας και να βγάζουμε τα μάτια μας»,
    αλλά οφείλω να εκφράσω την στήριξη και στην συμπαράσταση στη δράση σας, στη λειτουργία σας και στα προϊόντα αυτών των δραστηριοτήτων.
    Καλή συνέχεια, είμαστε μαζί σας 🙂

  2. Είναι τόσο θλιβερά όλα αυτά! Γιατί πρέπει να βάζουμε τα πάντα σε κουτάκια με ετικέτες; Δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε χωρις αυτές; Δεν μπορούμε να ανεχτούμε το διαφορετικό, το πειραματικό, το καινούριο, χωρίς να πέσουμε να το φάμε;
    Πόσο κοντόφθαλμοι -ή και εκ του πονηρού εκπορευόμενοι- είμαστε!
    καλή επιτυχία στο εγχείρημά σας. Δεν χρειάζεται να απολογείστε για τίποτε και σε κανέναν.

  3. Ο Εγκελς έλεγε ότι αν θέλουμε οι εργάτες να γράψουν ιστορία πρέπει πρώτα να τους έχουμε όρθιους. Η δημιουργία συλλογικοτήτων παραγωγικού σκοπου όπως των συνεδέλφων προσπαθεί να απαντήσει στο ζήτημα της επιβίωσης με πολιτικό τρόπο. Όταν αυτού του τύπου τα εγχειρήματα θα αποφασίσουν να γίνουν τμήματα πολιτικών μορφωματων τότε να είστε σίγουροι ότι θα πλησιάζει το τέλος τους.

    Γερολυμάτος Κώστας
    μέλος του Συνεταιρισμού Γονέων Χαλανδρίου

  4. Αλληλέγγυα & Συνεργατική οικονομία: Ρήξη ή Ενσωμάτωση; [εισήγηση]
    By δοκιμή On 04/04/2013
    *Η εισήγηση της εκδήλωσης «Συνεργατική & Αλληλέγγυα Οικονομία: Ρήξη ή Ενσωμάτωση;» που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 30/3 στο Αυτόνομο Στέκι.
    Το ζήτημα “ρήξη ή ενσωμάτωση” δεν είναι φυσικά ένα ζήτημα που τέθηκε αποκλειστικά γύρω από το θέμα της Συνεργατικής ή της Αλληλέγγυας Οικονομίας, αντίθετα είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τα αντικαπιταλιστικά πολιτικά ρεύματα και τα κοινωνικά κινήματα από την στιγμή που άρχισαν να αμφισβητούν ριζικά τον καπιταλισμό. Το ζήτημα της “ρήξη ή ενσωμάτωση” δεν έχει να κάνει με κάποιους “κανόνες” με κάποια “μέτρα και σταθμά” που πρέπει να πιστοποιηθούν για να τοποθετηθεί ένα κίνημα, ένα κοινωνικό εγχείρημα, ένας εργατικός αγώνας, ένα ρεύμα ιδεών στην μια ή την άλλη όχθη. Αν αντιμετωπίσουμε το ζήτημα “ρήξη ή ενσωμάτωση” με έναν στατικό τρόπο σαν να είναι δύο σαφείς διακριτοί πόλοι, δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πολλά πράγματα. Πρώτα και κύρια γιατί το κεφάλαιο έχει δείξει τόσο ισχυρούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης όλων των μορφών αμφισβήτησης του από την μια, και από την άλλη γιατί παρ όλη την τεράστια ιδεολογική ηγεμονία και τα αστείρευτα μέσα κατασκευής συνέσεων αλλά και πειθάρχησης/καταστολής, τα σημεία ρήξης δεν σταματάνε ποτέ να επανεμφανίζονται και να αμφισβητούν τον καπιταλισμό.
    Το ζήτημα  “ρήξη ή ενσωμάτωση” πρέπει να ιδωθεί σαν μια διαρκή κίνηση των στρατηγικών που επινοούν οι από κάτω απέναντι αλλά και ενάντια στις επιλογές του κεφαλαίου και ταυτόχρονα των στρατηγικών που συγκροτεί το κεφάλαιο ώστε να ξανά εγκολπώσει στις δικές του παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις αφυδατώνοντας το ριζοσπαστικά του χαρακτηριστικά. Αυτές οι κινήσεις δεν έρχονται κατ’ ανάγκη σε μια μετωπική αντιπαράθεση με ξεκάθαρα τα μέτωπα της σύγκρουσης αλλά συνήθως αντιπαρατίθενται διασχίζοντας η μια εγκάρσια την άλλη και προσπαθώντας η μια να διαβρώσει των σκληρό αξιακό (και άρα ανταγωνιστικό πυρήνα) της άλλης. Αντιλαμβανόμαστε το ζήτημα “ρήξη ή ενσωμάτωση” ως διαλεκτική αντίφαση της κίνησης του κεφαλαίου και της άρνησης του και όχι ως ένα δίπολο “καταστάσεων” ως τις δύο όχθες του ταξικού ανταγωνισμού.
    Και μόνο η ονοματόδοτηση αυτού για το οποίο θέλουμε να μιλήσουμε σήμερα με το όνομα “Συνεργατική & Αλληλέγγυα Οικονομία” και όχι ως “Κοινωνική Οικονομία” έχει ακριβώς να κάνει μ” αυτήν την διαρκή σύγκρουσή για την νοηματοδότηση αυτών των παραγωγικών/οικονομικών πρακτικών, που εν μέσω κρίσης συγκροτούν τμήματα των από κάτω. Όχι μόνο ως μορφές οικονομικής επιβίωσης ή απαντήσεις στην καταστροφική διαδικασία υποτίμησης της εργασίας και των νέων περιφράξεων των μέσων της κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά και ως μια προσπάθεια εξεύρεσης εκ νέου του περιεχομένου της ανθρώπινης δραστηριότητας.
    Προφανώς η Συνεργατική & Αλληλέγγυα Οικονομία δεν μπορεί να έχει από μόνη της των χαραχτήρα των στρατηγικών που περιγράψαμε παραπάνω. Αντίθετα είναι αναγκαίο να συναρθρωθεί μια σειρά από άλλες μορφές, περιεχόμενα, δομές, κινήματα, αντιστάσεις για να ξεπεράσει τον απλό χαραχτήρα των οικονομικών εγχειρημάτων και να αποτελέσει μέρος της συνολικότερης κίνησης των από κάτω που έρχεται σε ρήξη με το κεφάλαιο.
    Γιατί όμως η Συνεργατική & Αλληλέγγυα Οικονομία μπορεί να είναι μέρος αυτής της κίνησης πια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν να συναρθρώνεται με τις στρατηγικές της ρήξης;
    Αμφισβήτηση της υποτίμησης της εργασίας.  Η Σ&Α-Ο κατά κύριο λόγο αποτελεί κομμάτι της προσπάθειας των από κάτω να απαντήσουν στην υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης, βασικό συστατικό της στρατηγικής του κεφαλαίου για την ανασυγκρότηση της κερδοφορίας του. Σ” ένα περιβάλλον που η ανεργία φτάνει το 30% και στην νεολαία ξεπερνάει το 50% η δυνατότητα εργατικών αγώνων για την υπεράσπιση του μισθού και ενάντια στις απολύσεις γίνεται όλο και πιο μικρή. Αυτός ο ταξικός συσχετισμός αποτυπώνεται και στις αλλαγές της εργατικής νομοθεσίας. Όταν το ίδιο το κεφάλαιο αρνείται να αξιοποιήσει την εργατική δύναμη ελπίζοντας ότι αύριο θα το κάνει με ακόμα πιο συμφέροντες όρους, η λύση της αυτοαξιοποίησης από την μεριά εργαζομένων που βρίσκονται στα αζήτητα, αποτελεί μια μορφή απάντησης. Δεν είναι όμως απλά το θέμα “να βρούμε ένα μεροκάματο χωρίς αφεντικό”. Οι πρακτικές της αυτοαξιοποίησης, που φυσικά δεν εξαντλούνται στα πλαίσια της Σ&Α-Ο ανοίγουν ευρύτερα ζητήματα. Καταρχάς βάζουν το θέμα αυτοαξιοποίησης των ικανοτήτων παραγωγής  αλλά και της αυτοδιαχείρισης των μέσων παραγωγής, όχι με γνώμονα στενά  την οικονομική βιωσιμότητα όσων συμμετέχουν στις συνεργατικές κολεκτίβες, αλλά με ευρύτερα κριτήρια που έχουν να κάνουν με το περιεχόμενο και την ποιότητα της παραγωγής, την σύνδεση της με κοινωνικές ανάγκες, συμβιωτικές σχέσεις με το περιβάλλον και την φύση κλπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνεργατικές κολεκτίβες λειτουργούν εκτός αγοράς, αλλά μάλλον στα όρια της.
    Αμφισβήτηση της μισθωτής εργασίας. Όχι της αμειβόμενης εργασίας, αλλά της μισθωτής εργασίας, δηλαδή της εργασίας που αμείβεται με βάση την αξία της εργασίας- εμπόρευμα στα πλαίσια της καπιταλιστικής σχέσης. Αντίθετα στα πλαίσια της Σ&Α-Ο τα κριτήρια της αμοιβής της εργασίας μπορεί να είναι τελείως διαφορετικά από αυτά της αγοράς και το βασικότερο να είναι αποτέλεσμα της κοινής απόφασης της συνέλευσης των μελών της κάθε κολεκτίβας. Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμά θα φέρουμε τους εργάτες της Ζανόν που την  στιγμή που μπορούσαν αντί να αυξήσουν τις αποδοχές τους αποφάσισαν να τους διατηρήσουν στο ίδιο επίπεδο και να εντάξουν στην κολεκτίβα τους νέα μέλη από το κίνημα ανέργων και την γειτονία βοηθώντας έτσι την σύσφιξη των σχέσεων τους με τα κοινωνικά κινήματα. Οι συμμετέχοντες σε μια συνεργατική κολεκτίβα δεν είναι συνεταίροι όπως πολλές φορές λέγεται, δεν εμφανίζεται ο ένας απέναντι στον άλλο με βάση το ποσοστό συμμετοχής στο αρχικό κεφάλαιο, όπως σε μια επιχείρηση. Αντίθετα ο καθένας από αυτούς συμμετέχει ισότιμα στην συλλογική λήψη των αποφάσεων. Η εργασία δεν αμείβεται το ίδιο για όλους και εκτός πολύ σπάνιων εξαιρέσεων δεν υπάρχουν εργαζόμενοι που δεν είναι μέλη της κολεκτίβας γιατί τότε θα είχαμε την επανεισαγωγή της μισθωτής εργασίας.
    Αμφισβήτηση των όρων της κερδοφορίας. Ο βασικός στόχος της Σ&Α-Ο δεν είναι η αύξηση της κερδοφορίας, είναι από την μια η οικονομική επιβίωση όσων συμμετέχουν σε αυτές αλλά και η δυνατότητα όρων δημιουργίας μιας άλλου τύπου παραγωγής όπου η σημασία του ΤΙ- ΠΩΣ- ΓΙΑΤΙ παράγεται είναι εξίσου σημαντική με τον πρώτο στόχο. Αυτό δεν είναι μονάχα μια “ιδεολογικού τύπου” τοποθέτηση, αλλά απορρέει από τον τοπικό προσανατολισμό της Σ&Α-Ο και την άμεση συσχέτιση της με της τοπικές κοινωνίες. Τα κριτήρια της παραγωγής είναι λοιπών πολύ πιο πολυδιάστατα σε σχέση με το βασικό κριτήριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Ακόμα και σε σχέση με την ίδια την εργασία πχ οι όροι ασφάλειας & υγιεινής, η εντατικοποίηση της εργασίας, το περιεχόμενο της κλπ αποτελούν συλλογικά πεδία διαμόρφωσης.
    Αμφισβήτηση του διευθυντικού ρόλου στην παραγωγή.  Ο βασικός τρόπος ελέγχου της εργασίας από το κεφάλαιο μέσα από μια σειρά  μορφών ιεραρχήσεων, απόσπασης του ελέγχου των εργαζομένων πάνω στην παραγωγική διαδικασία και την γνώση της είναι από της βασικές στρατηγικές του κεφαλαίου όχι μόνο για την πειθάρχηση των εργαζομένων αλλά και τον έλεγχο πάνω στους ρυθμούς εργασίας. Στην Σ&Α-Ο δεν σημαίνει ότι αναγκαστικά καταργούνται οι συγκεκριμένες δεξιότητες ή γνώσεις καταργούνται ή δεν παίζουν ρόλο, δεν έχουν όμως αποφασιστική σημασία στην λήψη των αποφάσεων αφού αυτή αφορά όλα τα μέλη της κολεκτίβας.
    Αμφισβήτηση του εμπορευματικού χαραχτήρα της παραγωγής. Χωρίς να ξεχνάμε ούτε στιγμή ότι η Σ&Α-Ο λειτουργεί στα όρια αλλά μέσα στην οικονομία της αγοράς, ακόμα και στην βαθμό που έρχεται σε ρήξη μαζί της, μπορεί να θέσει ζητήματα που αμφισβητούν τον εμπορευματικό χαραχτήρα της παραγωγής. Αυτή η αμφισβήτηση αφορά τόσο το περιεχόμενο της παραγωγικής διαδικασίας (παραγωγή με βάση της ανάγκες των κοινωνιών) αλλά και την προσπάθεια αναδιανομής ενός μέρους της παραγωγής όχι στην αγορά ή μέσω της ανταλλαγής αλλά μέσα από το πρίσμα της αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου, του χαρίσματος & του δώρου, της συγκρότησης δεσμών με κοινότητες και κινήματα.
    Αμφισβήτηση της ανάπτυξης και της μεγέθυνσης. Ο βασικός οικονομικός στόχος της Σ&Α-Ο δεν είναι η αύξηση του ποσοστού κέρδους, η μεγέθυνση του επενδεδυμένου κεφαλαίου η συνεχόμενη αύξηση της παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι ρυθμοί παραγωγής μπορεί να επιβραδύνονται από λόγους άσχετους με την ίδια την παραγωγή πχ συμμετοχή στην υπεράσπιση μια κατάληψης ή μιας απεργίας για να ξαναφέρω το παράδειγμα της ΖΑΝΟΝ. Άλλοι λόγοι μπορεί να έχουν να κάνουν με την ηπιότητα των επιπτώσεων της παραγωγής στο περιβάλλον. Επίσης το περίσσευμα δεν αντιμετωπίζεται αναγκαστικά ως κέρδος που πρέπει να ξαναπενδηθεί ή να μετατραπεί σε μέρισμα, μέσα της αλληλεγγύης και της στήριξης αναλόγων εγχειρημάτων μπορεί να συντελέσει σε μια κοινωνική αναδιανομή των πόρων.
    Τα παραπάνω σημεία είναι μερικά από τα σημεία που λειτουργούν όχι ως λίστα κριτηρίων αλλά ως διαρκή διακυβεύματα στα εγχειρήματα  Σ&Α-Ο που έχουν να κάνουν με το ζήτημα “ρήξη ή ενσωμάτωση”. Οι πρακτικές απαντήσεις που κάθε φορά δύνονται στα παραπάνω σημεία καθορίζουν και την φυσιογνωμία που αποκτούν ή στην οποία τείνουν τα εγχειρήματα της Σ&Α-Ο. Τα παραπάνω σημεία έχουν να κάνουν πιο πολύ με το εσωτερικό των εγχειρημάτων. Δεν είναι όμως τα μόνο υπάρχουν επίσης μια σειρά από σημεία στα οποία διακυβεύεται η φυσιογνωμία των εγχειρημάτων στο πάνω στο ζήτημα “ρήξη ή ενσωμάτωση” που έχουν να κάνουνε τις σχέσεις τους προς εξωτερικούς παράγοντες.
    Η αυτονομία από το κράτος. Είναι ένα ίσως από τα πιο πολύπλοκα ζητήματα στα οποία καλούνται να απαντήσουν τα εγχειρήματα της Σ&Α-Ο. Είναι προφανές ότι το Κράτος υπάρχει και παίζει ρυθμιστικό ρόλο στην παραγωγή και την αγορά, η ανοχή του απέναντι στην Σ&Α-Ο εξαρτάται από τους πολιτικούς συσχετισμούς και από το εάν αυτή περιορίζεται σε έναν στενό παράλληλο ρόλο με την οικονομία της αγοράς και δεν παίρνει μερίδιο στο οποίο αποσκοπεί αυτή. Θα μπορούσε μάλιστα να δει την Κοινωνική Οικονομία ως μορφή ξεπεράσματος του Κοινωνικού Κράτους, μεταθέτοντας τις υποχρεώσεις του σε αυτή, με μικρότερο κόστος και λιγότερες ευθύνες. Η δυνατότητα των εγχειρημάτων Σ&Α-Ο εξαρτάτε σε μεγάλο βαθμό από την διεκδίκηση απέναντι στο κράτος. Η διεκδίκηση αυτή όμως πρέπει να έχει ως προσανατολισμό την διαφύλαξη της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας απέναντι στην προσπάθεια του κράτους να ελέγξει θεσμικά, να εξαρτήσει χρηματοδοτικά  και να περιορίζει σε πολύ συγκεκριμένους ρόλους την Κ&Α-Ο. Συγκεκριμένα οι διεκδικήσεις απέναντι στο κράτος πρέπει να κινούνται προς την κατεύθυνση του ανοίγματος των δυνατοτήτων ώστε η Κ&Α-Ο να είναι βιώσιμη με τους δικούς όρους και όχι να εξαρτάται από αυτό. Για να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο είναι άλλο πράγμα να διεκδικείς ειδικό φορολογικό καθεστώς ή πρόσβαση σε έναν με ευνοϊκούς όρους δανεισμό και είναι τελείως διαφορετικό να διεκδικήσεις και εν τέλη να εξαρτάσαι από προγράμματα επιδοτήσεων τα μπορεί να μετατραπούν  σε μηχανισμούς ελέγχου αλλά και νέου τύπου πελατειακών σχέσεων. Εδώ εμπειρία από την λειτουργία των ΜΚΟ είναι πολύ αποκαλυπτική.
    Η ανάδυση στον δημόσιο χώρο. Το ότι η Σ&Α-Ο διεκδικεί την αυτονομία της από το κράτος και δεν αποδέχεται τον ρόλο του ως ελεγκτικό μηχανισμό δεν σημαίνει ότι τα εγχειρήματα της Σ&Α-Ο λειτουργούν αυτοαναφορικά και σε μια σφαίρα εσωτερικής αυθαιρεσίας. Αναδεικνύεται η ανάγκη δημιουργίας μιας δημόσιας σφαίρας όπου αντικαθιστά τον ελεγκτικό ρόλο του κράτους και τους ρυθμιστικούς μηχανισμούς της αγοράς. Σε αυτή την δημόσια σφαίρα και μέσα από τις σχέσεις αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης, διαλόγου και κριτικής τα συγκεκριμένα εγχειρήματα βρίσκονται σε έναν διαρκή κοινωνικό έλεγχο σε σχέση με την λειτουργία τους, την ποιότητα των προϊόντων τους, την συμβιωτική τους σχέση με την φύση, την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο, την σύνδεση τους τ\με τις κοινότητες και τα κινήματα.
    Η συμπληρωματικότητα με τις στρατηγικές της ρήξης.  Όπως αναφέραμε και στην αρχή η Σ&Α-Ο δεν αποτελεί παρά μια από τις πολλαπλές όψεις των στρατηγικών της ρήξης και για να είναι όψη αυτών των στρατηγικών πρέπει να είναι σε άμεση διασύνδεση και συμπληρωματικότητα με τις υπόλοιπες όψεις. Αυτές  μπορεί να έχουν να κάνουν με την αυτοαξιοποίηση των ικανοτήτων και την αυτοδιαχείριση των μέσων/ πόρων από εγχειρήματα/δομές που δεν εντάσσονται στην σφαίρα της οικονομίας/παραγωγής και της ανταλλαγής αλλά κυρίως στην σφαίρα της ανα/παραγωγής του μοιράσματος και της ανακτήσεις/δημιουργίας των Κοινών, που συμβάλουν μέσω της αλληλεγγύης στην ανασύσταση του κοινωνικού ιστού. Μπορεί επίσης πρόκειται  κινήματα που μέσα από την συνεχή διεκδίκηση προωθούν την διεύρυνση του κοινωνικού και εργατικού ελέγχου πάνω  τόσο στην ιδιωτική παραγωγή όσο και στον κρατικό τομέα. Είτε να είναι κινήματα που προσπαθούν να θέσουν όρια στην καταστροφική ανάπτυξη του κεφαλαίου (βλέπε νέες περιφράξεις) ή να διευρύνουν την έννοια και το περιεχόμενο των κοινών αγαθών, μέσα από την συγκρότηση νέων μορφών κοινοτήτων και σχέσεων.
    Το βασικό και αυτό που είναι στο επίκεντρο για το ζήτημα “ρήξη ή ενσωμάτωση” είναι η συμπληρωματικότητα της Σ&Α-Ο ως προς την κίνηση για την διαρραγή του  κυρίαρχου φαντασιακού όπου ο καπιταλισμός παρουσιάζεται ως “ο μόνος δυνατός κόσμος”, το οποίο κυρίαρχο αυτό φαντασιακό έχει αποικίσει ακόμα και τα πιο ριζοσπαστικά υποκείμενα αμφισβήτησης και αντίστασης  στον παλιό κόσμο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: