Αβραάμ Γκιγέν: Ο συγγραφέας του βιβλίου «Τα στρατηγικά λάθη των δημοκρατικών»

ErrorMilitarΟ Αβραάμ Γκιγέν (Abraham Guillén Sanz) γεννήθηκε στο Cordente (Γουαδαλαχάρα, Καστίλη) στις 9 Μαρτίου του 1913. Μεγαλώνοντας άρχισε να ασχολείται με τις αγροτικές εργασίες και τη συλλογή ρετσινιού από το δάσος. Αργότερα, χάρη σε μια υποτροφία του δήμου Γουαδαλαχάρας την περίοδο της Δημοκρατίας, πήγε να σπουδάσει οικονομικές επιστήμες στη Μαδρίτη. Συμμετέχει από πολύ νέος στην FIJL, την Ιβηρική Ομοσπονδία Ελευθεριακής Νεολαίας και την FAI, ενώ στη συνέχεια γίνεται μέλος της CNT.

Τους πρώτους μήνες του ισπανικού εμφυλίου του ‘36 είχε τη διεύθυνση της εφημερίδας Ελεύθερη Νεολαία (Juventud Libre), που εξέδιδε η Επιτροπή Χερσονήσου της Ελευθεριακής Νεολαίας. Ήταν συντάκτης, επίσης, της Ελεύθερης Καστίλης, της CNT. Πολύ γρήγορα πηγαίνει στο μέτωπο, ως πολιτικός επίτροπος της 14ης Μεραρχίας και του 4ου Σώματος Στρατού, με διοικητή τον Θιπριάνο Μέρα. Αναλαμβάνει, επίσης, τη διεύθυνση του περιοδικού Nosotros, που ήταν το όργανο της FAI, της FIJL και της Σιδηράς Φάλαγγας στην Βαλένθια. Συμμετέχει σε πολλές μάχες όπως της Γουαδαλαχάρας, του Ελ Πράδο, του Μπρουνέτε, του Χαράμα και στην αντίσταση στο Λεβάντε. Στο τέλος του πολέμου συλλαμβάνεται στο Αλικάντε και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που μετατρέπεται τελικά σε 20 χρόνια φυλακή. Μεταφέρθηκε για να εκτίσει την ποινή του στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του Añover de Tajo απ’ όπου απέδρασε το 1942. Αμέσως αρχίζει να συμμετέχει στην παράνομη Εθνική Επιτροπή της CNT, αλλά συλλαμβάνεται εκ νέου και μεταφέρεται στις διαβόητες φυλακές υψίστης ασφαλείας του Καραμπαντσέλ, στα περίχωρα της Μαδρίτης, οι οποίες ήταν χτισμένες σύμφωνα με το πανοπτικό μοντέλο του J. Bentham. Από εκεί διαφεύγει και πάλι, και το 1944, χάρη στη βοήθεια μιας φυλής ελευθεριακών τσιγγάνων, περνά στη Γαλλία. Εκεί, διευθύνει τη Σολιδαριδάδ Ομπρέρα και συμμετέχει στις διενέξεις σχετικά με τον προσανατολισμό της CNT, όπου υποστήριξε μάλλον τη συνεργασία με την Αριστερά.

Σύντομα μεταναστεύει στην Ουρουγουάη και από εκεί στην Αργεντινή. Στο Μπουένος Άιρες ολοκληρώνει τις σπουδές του στις οικονομικές επιστήμες και αρχίζει να εργάζεται σαν συντάκτης σε εφημερίδες της Αργεντινής. Γίνεται καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες και αρχίζει να γράφει με ψευδώνυμο σε έντυπα της Λατινής Αμερικής. Το 1954, ο περονιστής ηγέτης John William Cooke τού ζητά να βοηθήσει στην οργάνωση της λαϊκής αντίστασης ενάντια στην προοπτική μιας στρατιωτικής δικτατορίας, η οποία εκδηλώνεται τελικά την επόμενη χρονιά. Εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου του Η αγωνία του Ιμπεριαλισμού (1957) χάνει τη δουλειά του και τη δημοσιογραφική ιδιότητά του στην Αργεντινή. Το 1960, ωστόσο, γίνεται οικονομικός σύμβουλος της νέας αργεντινής κυβέρνησης. Αρχίζει να συμμετέχει στα περονικά αντάρτικα πόλης (Uturuncos, κ.ά.) και αργότερα στο κίνημα των Τουπαμάρος της Ουρουγουάης (διαφωνώντας με τη στρατιωτικοποίησή τους, με τη δημιουργία φυλακών, με τη λογική της στρατιωτικής κατάληψης του Κράτους, κ.λπ.). Γρήγορα αποκτά τη φήμη θεωρητικού του ανταρτοπόλεμου και μπαίνει στο στόχαστρο των υπηρεσιών πληροφοριών των χωρών της Λατινικής Αμερικής και των ΗΠΑ. Γίνεται ευρύτερα γνωστός για τα κείμενά του σχετικά με την αυτοδιαχειριζόμενη οικονομία και τις αναλύσεις του πάνω στον τρόπο με τον οποίο επιβάλλεται το πολυεθνικό κεφάλαιο.

Εργάστηκε ως σύμβουλος του Πανεπιστημίου Εργασίας στην Ουρουγουάη και ως διεθνής εμπειρογνώμονας της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας του ΟΗΕ, σχετικά με την αυτοδιαχειριζόμενη οικονομία και τη συνεργατική ανάπτυξη στο Περού. Μετά τον θάνατο του Φράνκο επιστρέφει στην Ισπανία, και αρχίζει να διδάσκει στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Πέθανε το 1993, παραμένοντας πάντα μέλος της CNT και συμμετέχοντας μέχρι το τέλος της ζωής του στο ελευθεριακό κίνημα. Θεωρήθηκε «μπακουνικός μαρξιστής», «αναρχομαρξιστής», «αναρχοπερονιστής», πάνω απ’ όλα, όμως, ο Γκιγέν ενσάρκωσε τη φιγούρα του πολιτικού πρόσφυγα που αντιστέκεται στις στρατιωτικές δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Το συγγραφικό του έργο υπερβαίνει τα πενήντα βιβλία, ενώ αναρίθμητα είναι τα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά.

Ο Γκιγέν, χωρίς να είναι προφήτης, μπόρεσε και είδε τις αδυναμίες των αριστερών κινημάτων στην αντιπαράθεσή τους με τις στρατιωτικές δικτατορίες, άσκησε κριτική στις θεωρίες του Κάστρο, του Μάο, του Ντεμπρέ και του Γκεβάρα, εναντιώθηκε στη λογική του πραξικοπήματος και υποστήριξε την κινηματική αυτοάμυνα όπου αυτή είχε τη λαϊκή υποστήριξη. Παρ’ όλο που ήταν διαποτισμένος από την ιδεολογία του ένοπλου, και τις συνακόλουθες ψευδαισθήσεις της, με την επιστροφή του στην Ισπανία, φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη διαφορά της στρατιωτικής δικατορίας από τη Δημοκρατία του Κεφαλαίου, του εκφοβισμού από την εξαπάτηση, και τον εκφοβισμό που λειτουργεί ως εξαπάτηση, αναγνωρίζοντας ότι αυτό που λείπει δεν είναι τα όπλα αλλά η διάλυση των ψεμάτων πάνω στα οποία βασίζονται το Κράτος και το Κεφάλαιο. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που δίνει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Bicicleta, τον Οκτώβριο του 1978, τ.χ. 9, σε ερώτηση σχετικά με τη σημασία του ευρωπαϊκού αντάρτικου πόλης (RAF, Brigate Rosse, κλπ.):

«… Ωστόσο, η στρατηγική της εξαφάνισης που χρησιμοποίησαν τα αντάρτικα στην Ιταλία και τη Γερμανία δεν είναι η καλύτερη, αφού η αντεπίθεση της Εξουσίας μπορεί να συμπεριλαμβάνει πρακτικές που δεν θα σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, εάν οι ενέργειες των ιταλικών και γερμανικών αστικών αντάρτικων δεν κινητοποιούν τον πληθυσμό, εάν αυτές οι ένοπλες μειοψηφίες δεν έχουν την άοπλη πλειοψηφία του λαού μαζί τους, αυτό σημαίνει ότι δεν οδηγούν στην νίκη, δεν βοηθάνε την επανάσταση. Επομένως, αξίζει ν’ αναρωτηθούμε, σε τι χρησιμεύει η δραματοποίηση του αγώνα; Αν ο στόχος δεν είναι η αποσταθεροποίηση μιας χώρας ή η ανατροπή της Εξουσίας ενός κόμματος ώστε να την πάρει κάποιο άλλο (θα είναι μήπως καλύτερο ή χειρότερο;), δεν δικαιολογείται η προσφυγή στην ακραία βία […] Όσο οι οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ηθικές συνθήκες δεν είναι ώριμες για επανάσταση, κάθε ακραία πράξη μπορεί να οξύνει ακόμη περισσότερο την αντεπανάσταση, φέρνοντας μια δικτατορία φασιστοναζιστικού τύπου ή, απλώς, την “γουατεμαλοποίηση” μιας χώρας […] Καμιά επαναστατική στρατηγική δεν μπορεί να είναι σωστή, όταν η πολιτική της είναι λάθος· ηττάται όχι λόγω έλλειψης θάρρους αλλά λόγω ελλείμματος νοημοσύνης…».

Το βιβλίο Τα στρατηγικά λάθη των δημοκρατικών κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων και μπορείτε να κατεβάσετε ένα απόσπασμα στον υπολογιστή σας με ένα κλικ εδώ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: