Κοινοποίηση #0: Κείμενο της Αόρατης Επιτροπής με αφορμή το «Μανιφέστο Συνωμοσίας»

Έρχεται σε λίγες μέρες και στα ελληνικά το Μανιφέστο Συνωμοσίας και είμαστε πολύ περήφανοι που τα καταφέραμε. Το Μανιφέστο Συνωμοσίας από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του συνοδεύτηκε από ένα σκάνδαλο. Η γαλλική αντιτρομοκρατική υπηρεσία φαίνεται να διέρρευσε στον τύπο στοιχεία για την ταυτότητα των συγγραφέων. Κατόπιν ξεκίνησε μια εκστρατεία δυσφήμισης του βιβλίου χωρίς καν να έχει διαβαστεί. Ο υπεύθυνος των εκδόσεων Seuil, ενός από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους της Γαλλίας, δέχθηκε μειωτικά σχόλια για την επιλογή του. Αφού ούτε αυτό ανέκοψε την εκδοτική επιτυχία του, ο θεαματικός μονόλογος προσπάθησε να το αποδώσει σε κάτι οικείο για να ξορκίσει την κατάρα. Κατηγορήθηκε, λοιπόν, η Αόρατη Επιτροπή για τη συγγραφή του. Το γεγονός προκάλεσε τη δημόσια παρέμβαση της Αόρατης Επιτροπής, όπου μαζί με την απολαυστική συντριβή των επικριτών της, έχει και μια εξαιρετική υπεράσπιση του Μανιφέστου Συνωμοσίας.


Η πολιτική και ηθική σημασία της σκέψης εμφανίζεται μόνο σε εκείνες τις σπάνιες στιγμές της ιστορίας, όταν «τα πάντα θρυμματίζονται, το κέντρο δεν κρατάει πια, και η απλή αναρχία εξαπλώνεται στον κόσμο» – όταν «οι καλύτεροι δεν έχουν καμία πεποίθηση, ενώ οι μέτριοι είναι γεμάτοι πάθος και ένταση». Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, η σκέψη παύει να είναι ένα θέμα περιθωριακό σε σχέση με τα πολιτικά ζητήματα. Όταν όλοι αφήνονται να παρασυρθούν απερίσκεπτα από αυτό που κάνουν και πιστεύουν οι πολλοί, εκείνοι που σκέφτονται βρίσκουν τον εαυτό τους εκτεθειμένο, γιατί η άρνησή τους να ενωθούν με τους άλλους είναι προφανής και τότε μετασχηματίζεται σε ένα είδος δράσης.

Hannah Arendt, Ηθικοί προβληματισμοί

Η Αόρατη Επιτροπή ήταν αρχικά μια εργατική συνωμοσία στη Λυών τη δεκαετία του 1830. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν σημειώνει στο βιβλίο του Περί Στοών:  «Η Αόρατη Επιτροπή – όνομα μιας μυστικής εταιρείας στη Λυών». Τον Φεβρουάριο του 2000, στον επίλογό του Η Θεωρία του Μπλουμ, που εκδόθηκε από τη La fabrique, μπορούσε κανείς να διαβάσει: «Η Αόρατη Επιτροπή: μια ανοιχτά μυστική κοινωνία / μια δημόσια συνωμοσία / μια περίπτωση ανώνυμης υποκειμενοποίησης, της οποίας το όνομα βρίσκεται παντού και η έδρα της πουθενά / η επαναστατική πολικότητα του Φαντασιακού Κόμματος». Το οπισθόφυλλο του ίδιου βιβλίου ήταν πολιτικά πιο σαφές: όριζε την Αόρατη Επιτροπή ως μια «ανώνυμη συνωμοσία που, από το σαμποτάζ μέχρι την εξέγερση, ρευστοποιεί τελικά την εμπορευματική κυριαρχία κατά τη διάρκεια του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα». Με τον όρο «Φαντασιακό Κόμμα» εννοούσαμε και εννοούμε το σύνολο όσων βρίσκονται σε σύγκρουση –σε ανοιχτό ή λανθάνοντα πόλεμο, σε απόσχιση ή σε απλή δυσαρέσκεια– με την τεχνολογική και ανθρωπολογική ενοποίηση αυτού του κόσμου υπό το σήμα του εμπορεύματος. Συνηθίζαμε να αποκαλούμε την εν λόγω διαδικασία ενοποίησης «Αυτοκρατορία» ή «κόσμο του αυταρχικού εμπορεύματος», με την οποία ο πλανήτης συγκροτείται σε ένα «συνεχές βιοπολιτικό πλέγμα». Το 2022, μόνο εις βάρος του μπορούσε κάποιος να αγνοεί την προφάνεια αυτών των εννοιών, ή εν πάση περιπτώσει των διαισθήσεων που αυτές οι έννοιες επικυρώνουν. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Φαντασιακό Κόμμα αποτελεί τόσο το τυφλό σημείο όσο και τον ανομολόγητο εχθρό μιας κοινωνίας που παραδέχεται μόνο λάθη που πρέπει να διορθωθούν στον άψογο προγραμματισμό της – εξαιρουμένων μερικών δαιμόνων που πρέπει να συντριβούν επειγόντως. Όποτε, χάρη σε ένα απροσδόκητο ξέσπασμα, το Φαντασιακό Κόμμα εισβάλλει τελικά στο Θέαμα, κάποιοι σπεύδουν να καταγγείλουν τη δράση κάποιας «οριακής μειοψηφίας». Φροντίζουν να μην αναγνωρίσουν ότι αυτό το περιθώριο είναι εφεξής παντού, και ότι αυτή η κοινωνία το παράγει συνεχώς και πιο εντατικά την ίδια στιγμή μάλιστα που διατείνεται ότι το εξαλείφει. Επιστρέφοντας συνεχώς με την αίσθηση του εξωπραγματικού, ενός φαντάσματος, το Φαντασιακό Κόμμα είναι η μορφή εμφάνισης του προλεταριάτου «κατά την ιστορική περίοδο που η κυριαρχία επιβάλλεται ως δικτατορία της ορατότητας και εντός της ορατότητας. (Tiqqun 1, «Θέσεις για το Φαντασιακό Κόμμα») Είναι επίσης αλήθεια ότι αυτού του τύπου η εσωτερική αποστασιοποίηση, από την οποία πλήττεται αυτή η κοινωνία, είναι τις περισσότερες φορές τόσο σιωπηλή, τόσο διάχυτη και τόσο διακριτική που με τη σειρά της επιτείνει τη ροπή της προς την παράνοια  – αυτή την αταβιστική και τόσο συχνά θανατηφόρα ασθένεια της εξουσίας. «Σε έναν κόσμο παρανοϊκών, είναι οι παρανοϊκοί που έχουν δίκιο» παρατηρούσαμε τότε.

Παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, συμπεριλαμβανομένων και των δικών μας, οι τελευταίες δεκαετίες επιβεβαίωσαν σημείο προς σημείο αυτές τις θέσεις, οι οποίες τότε θεωρούνταν ανησυχητικές, παράλογες ή ακόμη και αμιγώς εγκληματικές. Τον Σεπτέμβριο του 2001, το εναρκτήριο κείμενο του περιοδικού Tiqqun 2 κατέληγε με το εξής προμήνυμα: «Οι προηγούμενες δηλώσεις έχουν σκοπό να μας εισάγουν σε μια εποχή που απειλείται όλο και πιο αισθητά από τη μαζική εκτίναξη της πραγματικότητας. Η ηθική του εμφυλίου πολέμου που εκφράζεται σε αυτήν ονομάστηκε κάποτε “Αόρατη Επιτροπή”. Την υπογράφει μια αποφασισμένη φράξια του Φαντασιακού Κόμματος, ο επαναστατικός του πόλος. Με αυτές τις γραμμές ελπίζουμε να αποτρέψουμε τις πιο χυδαίες ανοησίες που θα μπορούσαν να ειπωθούν για τις δραστηριότητές μας, καθώς και για την περίοδο που αρχίζει». («Εισαγωγή στον Εμφύλιο Πόλεμο») Όπως ήταν αναμενόμενο, «οι πιο χυδαίες ανοησίες» δεν παρέλειψαν να ειπωθούν, τον Νοέμβριο του 2008, όταν μια ντουζίνα άνθρωποι συνελήφθησαν για «τρομοκρατία» με τη διπλή κατηγορία ότι είχαν διαπράξει μια σειρά από αντιπυρηνικά σαμποτάζ και ότι είχαν γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Η εξέγερση που έρχεται, το οποίο υπέγραφε η Αόρατη Επιτροπή. Στη συνέχεια, ο Τύπος έκανε μια ωραία επίδειξη του τρόπου με τον οποίο εκπληρώνει το καθήκον του να ενημερώνει το κοινό, επαναλαμβάνοντας σαν ένας άνθρωπος τις κυβερνητικές σκευωρίες και συνεκδοχικά και εκείνες της αντιτρομοκρατικής αστυνομίας. Γελοιοποιήθηκε εντελώς, κάτι που προφανώς δεν τον δίδαξε τίποτα είτε για τον εαυτό του είτε για εμάς. Το όλο σαθρό οικοδόμημα τελικά κατέρρευσε όχι δίχως να παρακινήσει ένα ευρύτερο κοινό να διαβάσει την Αόρατη Επιτροπή και όχι δίχως να προκαλέσει κάποια ταλαιπωρία στους εμπλεκόμενους. Εάν υπάρχει ανάγκη να επιβεβαιωθεί πλήρως ο αστυνομικός χαρακτήρας της έννοιας της συγγραφής –η ανάγκη να θεωρηθεί κάποιος «υπεύθυνος» για κάθε αλήθεια που εκφέρεται δημοσίως– όλη αυτή η υπόθεση ανέλαβε να παράσχει την οριστική απόδειξη. Έπειτα από 10 έτη επώδυνων διαδικασιών, το τελικό κατηγορητήριο της εισαγγελίας επανήλθε βασανιστικά στην ταυτοπροσωπία μεταξύ του κατηγορούμενου για το σαμποτάζ και του ύποπτου ως «βασική πένα» της Εξέγερσης που έρχεται. Για τις ανάγκες της υπεράσπισης –από πότε οφείλουμε την αλήθεια στους εχθρούς μας;– επιτράπηκε σε έναν από τους κατηγορούμενους, ο οποίος δεν διακινδύνευε τίποτα σε περίπτωση δίκης και ο οποίος δεν είχε γράψει ούτε καν τρεις γραμμές της Εξέγερσης που έρχεται  ή οποιουδήποτε από τα επόμενα βιβλία, να ισχυριστεί ενώπιον του δικαστή ότι είναι ο συγγραφέας του φυλλαδίου. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί η πλάνη, ήταν αναμενόμενο ότι αυτό το ψέμα θα περνούσε τελικά ως αλήθεια και ότι ο ψεύτης θα κατέληγε σχεδόν να πείσει τον εαυτό του γι’ αυτό, θεωρώντας την ως τέτοια. Αυτό το αγόρι, όντας από τότε ο επικοινωνιολόγος του κατηγορούμενου, επρόκειτο κατόπιν να απεικονίσει τη δομική τάση προς αυτονόμηση της σύγχρονης επικοινωνίας, η οποία πιστεύει ότι αρκεί κάποιος να διατηρεί έναν λογαριασμό στο Twitter για να διαμορφώνει μόνος του πίσω από το smartphone του την πραγματικότητα. Ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι κυβερνώντες σκοντάφτουν σ’ αυτό το χαλί της ψευδαίσθησης. Εξάλλου ποτέ δεν έχει ζητηθεί από έναν επικοινωνιολόγο να έχει βαθιά κατανόηση αυτού που προωθεί· μπορεί να είναι ακόμη και επιζήμιο για το έργο του.

Η Αόρατη Επιτροπή δεν υπήρξε ποτέ ομάδα, πόσο μάλλον «συλλογικότητα». Γνωρίζουμε από καιρό  τους κινδύνους των «τρομερών κοινοτήτων». Συνεπώς, δεν επιδέχεται καμιά διάλυση, ούτε νόμιμη ούτε εκούσια. Έχουμε γλιτώσει εσαεί από αυτή την τραγικωμωδία των μικρών ομάδων, για την οποία ο Wilfred Bion είχε μιλήσει ήδη από το 1961.  Τα βάσανα της δημοσιότητας, από την άλλη, δεν έχουν προσμετρηθεί. Πόσα είναι μέλη της Αόρατης Επιτροπής για τα οποία έχουμε ακούσει, και τα οποία δεν έχουμε ποτέ συναντήσει; Και πόσοι από τους ανθρώπους με τους οποίους διασταυρωθήκαμε δεν οφείλουν τη λιγοστή αύρα τους στο μυστήριο που περιβάλλει «την πιθανότητα να έχουν υπάρξει» ή και «την πιθανότητα να είναι ακόμη»; Αυτή η τρωτότητα στον σφετερισμό και όλο το καθεστώς προσποίησης που επιτρέπει συνιστά ένα από τα ελάχιστα μειονεκτήματα της ανωνυμίας σ’ αυτούς τους ζοφερούς καιρούς. Ασφαλώς, αυτό το είδος της εξαπάτησης δεν ξεγελά παρά μόνο τους ανόητους. Η Αόρατη Επιτροπή είναι μια ορισμένη κομματική νοημοσύνη της εποχής. Αυτή η νοημοσύνη βρίσκεται διασκορπισμένη σε θραύσματα ανάμεσα σε όλους τους ασυμβίβαστους αυτών των καιρών. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι να είσαι μέρος τους, αλλά να ενωθούν αυτά τα θραύσματα. Να κρατηθεί, απέναντι και ενάντια σε όλους τους ελιγμούς της ενσωμάτωσης, μια φαινομενικά χαμένη θέση στον πόλεμο του χρόνου. «Ποιος, λοιπόν, θα αλλάξει τον κόσμο; Εκείνοι που δεν τους αρέσει». Αυτή ήταν η απάντηση του Μπρεχτ, στο Kuhle Wampe το 1932.

Η Αόρατη Επιτροπή δρα ως ένα παράδειγμα στρατηγικής έκφρασης. Όσοι γράφουν με αυτό το όνομα το καταφέρνουν μόνο μετά από έναν ορισμένο ασκητισμό, μια ορισμένη άσκηση απο-υποκειμενοποίησης, όπου απογυμνώνονται από όλους τους μηχανισμούς άμυνας που, σε τελική ανάλυση, σχηματίζουν το Είμαι: αποβάλλουν το εγώ. Με αυτή και μόνο την προϋπόθεση, καταφέρνει κανείς να κάνει κάτι άλλο από το να «εκφραστεί», να εκφράσει μάλλον αυτό που βρίσκεται ανεσταλμένο μέσα στην εποχή, και έτσι μοιραία και τον ίδιο του τον εαυτό. Είναι αυτή η σκόνη διαισθήσεων, παρατηρήσεων, συμβάντων, λέξεων που πιάνεις στον αέρα, εμπειριών βιωμένων ή βιωνόμενων, χειρονομιών ολοκληρωμένων ή ματαιωμένων, συγκεχυμένων αισθήσεων, απόμακρων αντηχήσεων και των συνελεγμένων μορφών, το υλικό απ’ όπου είναι φτιαγμένα τα κείμενα της Αόρατης Επιτροπής. Αυτό εξηγεί γιατί μας ήταν πάντοτε αδιάφορο αν ο ένας ή ο άλλος έγραψε ένα συντριπτικό μέρος αυτού ή εκείνου του κειμένου. Γιατί όποιος γράφει κάτω από αυτή την υπογραφή είναι κυριολεκτικά κανένας, ή είναι όλοι  –  όλοι οι φίλοι που συζητούν αυτή ή εκείνη τη μονόπλευρη διατύπωση, αυτή ή εκείνη τη θέση, αυτή ή εκείνη την αντίληψη, αυτών που εμμένουν στη σχισματική θέση της Αόρατης Επιτροπής. Γραφιάδες της εποχής μας, κοντολογίς, του πραγματικού κινήματος που καταργεί την παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Εξού και η ουσιαστική απουσία συγγραφέα αυτών των κειμένων. Φαίνεται ότι η μέθοδος δεν είναι τόσο κακή:  ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν έχουν, μετά από δύο δεκαετίες, ούτε μια λέξη να αποσύρουν από αυτά που έλεγαν στην εποχή τους και ότι ήταν σε θέση να κρατήσουν μια τόσο σκανδαλώδη θέση με την πάροδο του χρόνου.  «Η άρνηση να αποδεχτεί κανείς την κατάσταση των πραγμάτων ως έγκυρη είναι η στάση που αποδεικνύει την ύπαρξη, δεν θα έλεγα καν μιας νοημοσύνης, αλλά την ύπαρξη της ψυχής». (Dionys Mascolo)

Η πρόσφατη δημοσίευση ενός πραγματικά ανώνυμου βιβλίου, εντελώς απαράδεκτου για την εποχή του, του Μανιφέστου Συνωμοσίας, έδωσε την ευκαιρία για μια αξιοσημείωτη προσπάθεια εκδίκησης από όλους εκείνους που ένιωσαν ταπεινωμένοι από τις «επιτυχίες» της Αόρατης Επιτροπής. Είναι εξάλλου οι ίδιες κραυγές οργής, οι ίδιες πικρές ειρωνείες, η ίδια πληγωμένη αυταρέσκεια που υποδέχτηκαν αυτό το Μανιφέστο και που υποδέχτηκαν το Tiqqun και την Εξέγερση που έρχεται  – και που του υπόσχονται την ίδια μοίρα. Το σινιάλο για το δημόσιο λιντσάρισμα δόθηκε αυτή τη φορά από τη L’Express, με «πληροφορίες» προερχόμενες από την αστυνομία– μια κακοστημένη παρακολούθηση ακολουθούμενη από την υποκλοπή και την καταστροφή της αλληλογραφίας προς έναν «επιφανή» παρισινό εκδότη, μια παρακολούθηση που κανείς δεν τολμά, για ακόμα μια φορά, ν’ αποδώσει στην DGSI [η γαλλική αντιτρομοκρατική υπηρεσία]. Οι δημοσιογραφικοί υποτελείς ακολούθησαν αβασάνιστα δίχως να θυμούνται την ελάχιστη επιτυχία που είχε στο παρελθόν το να ουρλιάζεις μαζί με τους λύκους εναντίον της Αόρατης Επιτροπής. Στο αποκορύφωμα της εκστρατείας τους, κολακεύονταν που δεν καταλάβαιναν τίποτα από το εν λόγω Μανιφέστο, όχι δίχως πρώτα να παραπονεθούν ότι το βιβλίο ήταν υπερβολικά ενημερωμένο σε πολλούς τομείς ώστε να μπορέσουν να το αντικρούσουν – οι φουκαράδες! Και τι περίεργη εποχή είναι αυτή, όπου ξιπασμένοι τηλεργαζόμενοι κομπορρημονούν για την περιγραφή ενός βιβλίου που δεν έχουν διαβάσει! Και για να τελειώνουμε, είδαμε να προστίθενται στο κυνήγι οι παλιοί Νεγκρικοί υποστηρικτές μιας «ελάσσονος βιοπολιτικής» ή ακόμα μιας «πληθωριστικής βιοπολιτικής», των οποίων η ιστορική ήττα συμπίπτει ακριβώς με την επιτυχία των ιδεών τους από την πλευρά της Αυτοκρατορίας: είναι τώρα που ο Κλάους Σβαμπ του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ προσκαλείται στο Βατικανό για να συζητήσει με τον πάπα Φραγκίσκο το φιλανθρωπικό σχέδιό του για ένα οικουμενικό βασικό εισόδημα. Όσο για την «πληθωριστική βιοπολιτική», κανείς δεν χρειάζεται να δώσει μια εικόνα έπειτα από τα δύο τελευταία χρόνια. «Επειδή το πιο επίφοβο τέχνασμα της Αυτοκρατορίας έγκειται στο ότι συγχωνεύει σε έναν μεγάλο απωθητικό σωρό καθετί που της αντιτίθεται» –τη «βαρβαρότητα», τις «αιρέσεις», την «τρομοκρατία» ή ακόμα και τα «αντίθετα άκρα»– («Αυτό δεν είναι πρόγραμμα», Tiqqun 2, 2001) τα ηττημένα νεγκρικά φαντάσματα και άλλοι υπο-φουκωδιανοί έσπευσαν να φωνάξουν «σύγχυση», «φασισμός», «ευγονική» και γιατί όχι –αφού αναφέρθηκε– «αρνητισμός». Είναι αλήθεια, εξάλλου, ότι το εν λόγω Μανιφέστο εξορκίζει τον θετικισμό. «Όπερ έδει δείξαι». Εκείνοι που η πορεία των γεγονότων, από τα Κίτρινα Γιλέκα και μετά, έχει ακυρώσει όλες τους τις βεβαιότητες, προτιμούν να λένε στον εαυτό τους ότι είναι οι ίδιες οι εξεγέρσεις που είναι μπερδεμένες και όχι οι ίδιοι. Ο «φασισμός» που διακρίνουν παντού είναι αυτός που ουσιαστικά επιθυμούν, γιατί θα τους δικαίωνε, αν όχι διανοητικά, τουλάχιστον ηθικά.  Τότε θα τους προσφερόταν κάποια ευκαιρία να γίνουν τελικά τα ηρωικά θύματα που ονειρεύονται. Αυτοί που εγκατέλειψαν ιστορικά τον αγώνα προτιμούν να ξεχνούν ότι ο πόλεμος της εποχής διεξάγεται επίσης στο έδαφος των εννοιών – χωρίς τις οποίες, παρεμπιπτόντως, ο Φουκώ δεν θα είχε αποσπάσει τη «βιοπολιτική» από τους ναζιστές και τους συμπεριφοριστές σχεδιαστές της. Αφήνουμε στην αυτοκρατορική αριστερά την πεποίθηση ότι υπάρχει ένα είδος επανάστασης που περιβάλλεται από αγνότητα και ότι οι αντεπαναστάσεις ηττώνται με τον πολλαπλασιασμό των ηθικολογικών αναθεμάτων, της πολιτικής προφύλαξης και του πολιτιστικού σνομπισμού. Με αυτόν τον τρόπο, καταδικάζει μόνο τον εαυτό της, αποσυντιθέμενη πίσω από τους υγειονομικούς κλοιούς και τα ατομικά μέτρα προστασίας, προσκολλημένη σε αυτό που πιστεύει ότι είναι το συσσωρευμένο πολιτικό της κεφάλαιο – καταδικάζοντας τον εαυτό της να βλέπει τη ρητορική της να τείνει ασυμπτωματικά προς εκείνη των κυβερνώντων.

Όσο για εμάς, προτιμάμε μακράν να διαπληκτιστούμε, να δεχτούμε χτυπήματα και να τα ανταποδώσουμε.

Προτιμάμε να ενεργούμε.

Δεν θα παραδοθούμε ποτέ.

7 Φεβρουαρίου 2022

Αόρατη Επιτροπή

Για τις Εκδόσεις των Συναδέλφων

Μετάφραση: Τηλέμαχος Δουφεξής Αντωνόπουλος

Επιμέλεια, διορθώσεις: Κατερίνα Κορώνη

Ιούνιος 2022